Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΦΑΜΙΛΙΑΛ ΤΗΣ ΣΤΕΡΓΙΑΣ ΚΑΒΒΑΛΟΥ


Δεκαοχτώ οικογενειακές ιστορίες. 18 σαν τα χρόνια του περάσματος από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Γιατί πόσο να προσπαθείς να βγάλεις τα ροζ λουλούδια της κουρτίνας για να στολίσεις χαβανέζα τα μαλλιά σου; Ιστορίες κοφτές και τσεκουράτες. Όπως κοφτή σαν τσεκούρι είναι και η συγγραφέας , Στέργια Κάββαλου. Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Φαμιλιάλ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.
Αφηρημένη τύπισσα μέλλουσα νύφη βουρτσίζει δόντι με αντηλιακό. Ανάσα με δείκτη προστασίας, παρακαλώ. Μουλιάζει στην μπανιέρα ψάχνοντας τις αρχοντικές μπουρμπουλήθρες. Δεν τις βρίσκει. Ασυνόδευτη θα πήγαινε στο νυφιάτικο ραντεβού. Πατάει γκάζι να φτάσει την μάνα που ‘’λείπει’’ από το χαρμόσυνο. Στο παρά πέντε χαλαρώνει τα πόδια από τα πεντάλ, κουλουριασμένο έμβρυο στο κάθισμα, κλείνει τα μάτια για το break on
through… να γίνει η συνάντηση.
Οχτάχρονο σκίζει ταπετσαρίες να βρει πέρασμα το μάτι. Να δει κάτι από εκείνη. Όπου εκείνη βλέπε την μαμά. Την στιγμή που δεν του δίνει την σημασία του, φορά το γενέθλιο δώρο, την superman κάπα του, ανοίγει το παράθυρο και πηδά. Η γύψινη ανάρρωση θα πάρει χρόνο. Χρόνο κερδισμένο με την ΜΑΜΑ του.
Δεσποινίδα ονειρεύεται τεμαχισμένη μπάρμπι. Άντρες άγνωστοι την ανοίγουν χριστουγεννιάτικο δώρο και περιεργάζονται τα μέλη της. Η νεαρά πίνει apple martini. Ο συνοδός ουίσκι σκέτο. Σκοντάφτει πάνω του και πέφτει. Η φέτα πράσινου μήλου στο Jameson ποτό του. Ονειρεύεται πάλι την μπάρμπι. Τεμαχισμένη. Μόνο που τώρα ισορροπεί τον εφιάλτη, σε όνειρο. Το χέρι που ξετύλιγε το χριστουγεννιάτικο δώρο είναι το δικό της. Σου έχει κι άλλη ιστορία γιορτινή. Εκκλησία της Μεγάλης Εβδομάδας. Τα καρφιά χτυπάνε τον ξύλινο σταυρό. Και μαζί χτυπά και η καρδιά της. Στην tv παίζει το Jesus of Nazareth και η αλήθεια είναι πως αυτός ο Χριστός είναι ο πιο ωραίος της τηλεόρασης. Μόνο, αν τον σταυρώσουν στο έργο θα το πιστέψει. Ο δύο φορές θάνατος είναι και πιο αληθινός.
Ποιο Παρίσι; Η Λυών. Αυτή είναι η πόλη του φωτός. Καθαρός αέρας εισαγόμενος. Εκεί τελειώνουν τα παραμύθια και τρως τα δάκρυα και μαζί σε σπασμένα ελληνικά το νοσταλγικό παρελθόν. Και μετά; Ξενόφερτος μπέμπης παίζει μπάλα με τις σαπουνάδες του Συντάγματος. Η πρόσοψη της τράπεζας γκρεμίζεται στις σόλες των παπουτσιών του. Δεν μοιάζει να φοβάται. Εδώ έχει έρθει για την επανάσταση. Η πλατεία δεν έχει καμία αλληλεπίδραση με τους τριακόσιους. Και ο Γκιγιώμ έχει γενέθλια, αλλά δεν έχει κεράκια. Σβήνει δύο χειροβομβίδες κρότου λάμψης. Έχει όμως ευχή… να μην ξαναδεί άντρες που φοράνε μπλε να χτυπάνε κόσμο. ‘’Παίζει μπάλα’’, το ζητούμενο βλέπεις είναι η επιβίωση σε κάθε τερέν.
Γριά που δηλώνει, ‘’όλα τα ζωντανά είναι για σφάξιμο’’.  Μην έκανες το λάθος και της εμπιστευόσουν κατοικίδιο. Στο τέλος της, είχε ανάγκη να φάει μαζί με άλλον, να σφίξει στα χέρια της. Στο τέλος της, θρηνούσαν όλα τα αδέσποτα της γειτονιάς. Παππούς παγώνει, όταν παγώνουν και οι λεμονιές του κήπου του. Ανήμερα των γενεθλίων του συγχρονίστηκε η φύση να μην καταστραφούν άλλο τα φυτά. Την ίδια γενέθλια  νύχτα η θερμοκρασία έπεσε. Η καρδιά του σταμάτησε και οι λεμονιές έσκυψαν τα ψηλά κλαδιά τους σε αγκαλιά… Στην κηδεία του παππού η εγγονή είχε άλυτα κορδόνια και άλυτα δυο προβλήματα στα μαθηματικά. Στην κηδεία του παππού έμαθε πως ο θάνατος είναι ένας κύριος απότομος και σοβαρός. Χαμπάρι δεν παίρνει από αστεία. Κύριος που μετακομίζει από το πεθαμένο σώμα σε εκείνους που μένουν πίσω και τους κάνει κουβάρια με βαριά χέρια κι άλυτες φωνές.
Η Στέργια γράφει τις ιστορίες της σε σκαμπό, χωρίς καθόλου να ξεκουράζει την πλάτη. Πιάνει τα μαλλιά της με μανταλάκι. Αφού ο μπαμπάς της, βάζει το τσιγάρο πάνω απ’ αυτήν, ίσως το κάπνισμα να μην είναι τόσο κακό. Aγοράζει το πρώτο της πακέτο.  Νιώθει για μια στιγμή βασίλισσα χωρίς παλάτι, μα όταν αγκαλιάζει τον απέραντο κάμπο ξέρει πως, αν κάποια είναι η βασίλισσα αυτή είν’ η φύση. Οι μέρες της έχουν ανάγκη από σιωπή. Τι γίνεται όμως αν πάνω από το κεφάλι σου μένει οικογένεια πιάνων; Αν γάτες αυλικές τρυπώνουν κρυφά και παίζουν τα δικά τους; Δεν ξέρει να μετράει την μέρα. Εδώ δυσκολεύεται με τα γήινα, θα καταλάβει τα πλανητικά; Η κλήση της ‘’προωθείται’’. Το σπίτι θυμίζει θάλαμο νικοτίνης. Μισοπιωμένοι καφέδες. Το κουδούνι χτυπά. Είναι η Αμαλία που καθόλου δεν πτοήθηκε από την άτακτη εικόνα. Η Αμαλία που φοβάται το ‘’φονικό’’ το καρουζέλ, της γυρίζει μπούμερανγκ, ωρολογιακή βόμβα. Είναι και η Λίζα που τα όνειρα που ξεπατίκωνε από παιδί στα λευκά ταβάνια δεν άντεξαν. Κι άρχισαν να διεκδικούν την δική τους ζωή. Άρχισαν να διεκδικούν αυτονομία. Η Άλισον φωτογραφίζεται την ημέρα του γάμου της. Ανεβάζει την φώτο στο facebook και κερδίζει τα like. Όταν έπεσε στις ράγες του τρένου οι αναρτημένες φωτογραφίες πήραν περισσότερα. Κάνεις ποτέ δεν μίλησε για την μελαγχολία της.
Μάνα στέκεται κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης για καλύτερη τύχη. Αύριο μπορεί και να βρεθεί ξενώνας. Οι άνθρωποι σφίγγουν γιακάδες και κασκόλ. Είναι κι αυτά ασπίδα προστασίας. Ηρωίδα που κάποτε ζητούσε μόνο μια μπάρμπι, τώρα μπορεί να αγοράσει το παιχνιδάδικο. Αλλά δεν θέλει. Μόνο από τα συζυγικά αίματα να καθαρίσει!
Είναι κι εκείνο το οικείο καράβι, που σε κυνηγάει από παιδί. Κίτρινο και πλαστικό. Και αταξίδευτο. Που κολυμπάει στις μπανιέρες. Και ναι, καμιά φορά η μικρή ηλικία είναι αντιστρόφως ανάλογη του ενστίκτου της επιβίωσης.
Η Κάββαλου μπλέκει τρικλοποδιές τα πόδια της κι ανοίγει χώρο για σένα. Να την μάθεις, να την διαβάσεις. Μετωπικό χτύπημα, με φόρα. Αντανακλαστικά οι ιστορίες της σε καθρεφτίζουν. Επιμένει στο τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Βάζει όμως το δικό της end που δεν είναι πάντα το happy.  Σταχτοπούτα και πριγκίπισσα έχουν ένα κοινό. Για όλα είναι ικανές. 

                                              Μαίρη Γεωργιοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου