Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

‘’Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ’’.

Λένε πως το μήλο, κάτω από την μηλιά θα πέσει. Εδώ πέφτει! Η Μυρτώ Τάσιου είναι κόρη της καταραμένα αγαπημένης Κατερίνας Γώγου… και του σκηνοθέτη Παύλου Τάσιου. Δεν θα σταθώ σε αυτό. Είναι φασιστικό το παιδί να αναφέρεται σε συνάρτηση πάντα με τον γεννήτορα. Εξάλλου, εδώ μιλάμε για τέχνη. Το βασίλειο δεν πάει σόι. Δεν έχουμε να κάνουμε με τις φατρίες και τον νεποτισμό της πολιτικής εξουσίας. Η ποίηση δεν παίρνει βύσμα. Δεν καλύπτει κενές θέσεις.
Τριάντα ένα ποιήματα. «Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ», από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Μια φορά κι έναν
καιρό… ήταν ένα κοριτσάκι που το λέγανε Αλίκη. Δεν μεγάλωνε ποτέ. Μια φορά κι έναν καιρό… ήταν μια γυναίκα που δεν μεγάλωσε. Γεννήθηκε μεγάλη. Χωρίς φίλους, χωρίς παιχνίδια. Η ‘’Αλίκη’’ γεννήθηκε για να ζωγραφίζει. Τα χρώματα μιλάνε ξέρεις.
Ποιήματα με λίγη οργή, λίγο θυμό και πολύ πάθος για τη ζωή. Και αγάπη για το τόξο του έρωτα και την ίδια την αγάπη. Άλλωστε, μπορεί κανείς να πεθάνει από αυτήν ή να αγαπάει μέχρι θανάτου. Γιατί, στις προτεραιότητες της η Μυρτώ βάζει πρώτα την ζωή και μετά την επανάσταση. Παρόλα που φοράει κόκκινο φουλάρι με την φιλοδοξία πως η δικιά της γενιά θα ‘χε ακόμα τα κότσια ν’ αλλάξει τον κόσμο. Είμαστε προγραμματισμένοι να αγωνιστούμε, λέει, είμαστε φτιαγμένοι για να πολεμήσουμε τους ανθρώπους-νυχτερίδες. Ταγμένη να θυσιαστώ για να σώσω τη ράτσα μου. Φαίνεται να μην υπερασπίζεται την τοξικoμανία της επανάστασης της προηγούμενης γενιάς. Που τα έπαιζε τα πράγματα, κορώνα –γράμματα. Τα θέλει πιο ήπια.
Πέρασμα από τα ναρκωτικά. Μιλάει στην Κατερίνα…, παράπονο που δεν κατάφερε να την τραβήξει από τις λάσπες. Έπεσε κι αυτή μέσα. Φάρμακο πικρό για να πάψουν οι πόνοι. Αυτό το παιχνίδι καίει, φωτιά. Μέρες σκοτωμένες, όπως τα αζήτητα στο ενέχυρο. Πέρασαν οχτώ χρόνια σε κλινικές, εκκλησίες, κοινότητες, που πολέμησε το χάρο. Προσπάθησε να την σκαπουλάρει και τα κατάφερε. Την είχαν για πεθαμένη και τους την έφερε. Κι έκανε και την γραφή της λιγότερο φαρμακώδη. Χωρίς ουσίες, με ουσία. Καθαρή, όπως τώρα πέφτει για ύπνο κι αυτή.
Γράφει στην μάνα… «κάθε φορά που μιλάω για σένα δάκρυα ποτάμια», που της σημάδεψε την ψυχή και το μυαλό. Αν ζούσε χίλιες ζωές, χίλιες φορές εκείνη θα διάλεγε για μαμά. Γόρδιος δεσμός ο ομφάλιος λώρος. Αρχή και τέλος. Της τρυπάει το μυαλό, όπως οι λέξεις τρυπάν τις σελίδες, εκείνη η ‘’γαμωκυριακή’’ , που η Κατερίνα ήξερε πως θα ερχόταν το τέλος και δεν την πρόλαβε… την Κυριακή την μισούσε.
Ο πατέρας ο μοναδικός ινδιάνος μέσα στους καουμπόι. Ποτέ δεν την κατάλαβε. Η μάνα, πρωταγωνίστρια του παραμυθιού, την έπνιγε με την αγάπη της…
Μαθαίνει να μεγαλώνει μόνη και μόνη να γλείφει τις πληγές της. Φυλαγμένα τα έχει τα όνειρα. Έρχεται από άλλο κόσμο, γίνεται γυναίκα στη χώρα των θαυμάτων. Εκεί έχει όλα τα λουλούδια και τα δέντρα, έχει μανιτάρια τεράστια και το φίδι με το κόκκινο μήλο. Φορτωμένη είναι με  ενοχές και εμμονές. Από τότε που η Κατερίνα και ο Παύλος έφυγαν ‘’κουβαλάω ακόμα τους σταυρούς τους’’. Τις ενοχές τις έκανα ζωγραφιά τον Χριστό με τα χέρια δεμένα να υποφέρει.  Στην κηδεία κοίταζε ψηλά στον ουρανό και δεν έκλαψε καθόλου. Πλήρωσε ακριβά για να διώξει μακριά τις βρόμικες Ερινύες. Βαριές βαλίτσες. Τα κατάφερε;
Η Μυρτώ είναι εδώ. Σε ανατριχιάζει. Σε κάνει να χτυπάει η καρδιά τα-τα-τα… Σου τσούζει τα μάτια. Σε κάνει να μπερδεύεις το παρελθόν με το παρόν. Ξεμπέρδεψέ το. Σε λυτρώνει. Η συνέχεια του θανάτου, είναι η ζωή. Τον διαχειρίζεσαι καλύτερα, όταν τον βάζεις κάτω και τον πατάς μελάνι στο χαρτί. Οι λέξεις της, πονάνε, γελάνε, σκουντουφλάνε. Φτάνουν κόκαλο. Είναι χαρούμενες και κατσουφιασμένες. Η Μυρτώ χτυπιέται κόντρα στον τοίχο. Την ευτυχία της, την λέει ελευθερία. Τις αναμνήσεις τις αφήνει να πετάξουν, πεταλούδες. Γυρίζει τον κόσμο για να βρει την ειρήνη. Ζητάει μόνο να ζήσει ελεύθερη χρωματιστά.
Δεν μπορώ να κλείσω αλλιώς παρά … με τον μητρώο λόγο της προστασίας…
«Μονάχα σας παρακαλώ μην μας κουτσομπολεύετε. Κι αφήστε την δική μου την Μυρτώ ήσυχη. Έτσι γεννήθηκε. Λυπημένη».
Αν μ’ αφήσεις να διαβάσω τα χείλη της κόρης, η απάντηση θα ήταν… «Μην φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ» ….
Η Μυρτώ μας την έφερε. Εδώ και κάποιους μήνες πέταξε κι αυτή πουλί… για τις μεγάλες συναντήσεις.

                                                         Μαίρη Γεωργιοπούλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου