Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Πέρασαν οι Απόκριες αλλά ο πόνος μένει…



- Τι θα ντυθείς φέτος;

- Κοιμωμένη. Ωραία. Άσχημη. Αδιάφορο. Κοιμωμένη οπωσδήποτε. Έχω αυτή τη μπλε περούκα της μάγισσας, της κακιάς μάγισσας, αλλά δε φτουράνε πλέον τα μαντζούνια της. Την άφησα κρυμμένη στο κουτί στο πατάρι, λίγο πιο βαθιά από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και κάθε βράδυ εύχομαι να σκάσει ο θερμοσίφωνας να γίνει της Νέας Ορλεάνης εκεί πάνω, να μουλιάσουν όλα, να σαπίσουν την πράσινη σαπίλα, να έχω πάτημα να τα ξεφορτωθώ. Καρναβάλι. Απόκριες. Μεταμορφώσεις. Παραμύθια της Χαλιμάς με μπόλικα φτερά και
πούπουλα. Η πιο χρήσιμη ηρωίδα παραμυθιού ήταν αυτή που κοιμήθηκε για πάντα. Το αλλάζω το τέλος του παραμυθιού με τον ξενέρωτο και τα σαλιωμένα φιλιά του που της έκοψε τον ωραιότατο ύπνο. Άσ’ την χρυσέ μου να κοιμηθεί. Δεν βλέπεις εγωίσταρε πόσο γαλήνια είναι; Τι θα της δώσεις εσύ δηλαδή που δεν έχει μέσα στον ύπνο της; Α! ναι, ξεχνάω. Μοναξιά θα της δώσεις. Τη μοναξιά της προσμονής σου. Εσύ θα κατακτάς τον κόσμο κι αυτή θα περιμένει μόνη στο χρυσοποίκιλτο παλάτι σου. Το χρυσό κλουβάκι, δωράκι για την εξαφάνισή σου. ‘Αϊ στο διάολο βρωμοπριγκιπόπουλο. Άσε την κοπέλα να κοιμηθεί ήσυχη. Σε βγάζω από το παραμύθι, έτσι απλά. Έτσι, γιατί μπορώ.



Άνοιξε η μαύρη τρύπα και με καταπίνει αμάσητη. Θα με χωνέψει σαν τις καμήλες, σιγά σιγά. Τα Χριστούγεννα ζήτησα απ’ αυτόν τον άγιο, τον απατεώνα, να μου χαρίσει ένα κώμα διαρκείας. Δε μου ‘κανε τη χάρη ο γέρος. Τον φαντάζομαι να παρακολουθεί την αναμονή του δώρου μου και να μειδιά κακεντρεχώς και συφιλιάζομαι. Ζητάω τώρα από τον βασιλιά Καρνάβαλο να μου στείλει τη στολή της Κοιμωμένης και διαισθάνομαι πως πάλι αδίκως περιμένω. Να ξέρεις, οι τύποι θα είναι κολλητάρια, απατεώνες both of them  γαρ, μαζί με την Αγάπη και τον Έρωτα, και θα κάνουνε χάζι τη χαζή των Αθηνών και περιχώρων.



- Έχω ένα ευχάριστο νέο να πω.

- Μην τολμήσεις να το ξεστομίσεις. Δεν θέλουμε ευχάριστα. Δεν θέλω ευχάριστα. Μόνο δυσάρεστα. Άσχημα. Έχεις κάτι πραγματικά άσχημο να πεις; Αν όχι, βούλωστο. Χορτάσαμε από ευχάριστα. Μπουκώσαμε. Ας ξεκινήσουμε τα δυσάρεστα να διατηρήσουμε τις ισορροπίες.

         

Γράφω και τρώω τα νύχια μου. Τρώω τα δάχτυλά μου. Ξεπετσιάζομαι μήπως και νιώσω το σώμα μου. 

Πόσο κοστίζει η κατάθλιψη; «Φως, νερό, τηλέφωνο, κατάθλιψη με δόσεις».



- Ωραία μέρα σήμερα

- Ναι, ωραία φαίνεται. Θα φανεί στην πορεία της.

Μύρισε Άνοιξη και σιχτιρίζω το κρύωμα που δεν έρχεται τώρα να βουλώσει μύτες, να ανακόψει οσφρήσεις, να μη μυρίζω αυτή τη γαμοεποχή.

Φεύγοντας από το σχολείο την είδα τη μυξοπαρθένα. Την είδα τη μυγδαλιά. Ανθισμένη. Καημένη μυγδαλίτσα! Βιάστηκες πολύ ν’ ανθίσεις. Βιάστηκες πολύ να σηκώσεις κεφάλι. Θα έρθει η παγωνιά και θα σε κάνει κασάτη κι εγώ θα γελάω χαιρέκακα με την αβάσιμη αισιοδοξία σου. Κάθε χρόνο τα ίδια και δε λες να βάλεις νιονιό στα κλαδιά σου. Κάθε χρόνο βιάζεσαι και ξιπασμένη ξεπετάς τα άνθη σου και καμαρώνεις και κάθε χρόνο παγώνεις και τα νιογέννητα μαραίνονται και πέφτουν νεκρά στους δρόμους να τσαλαβουτηχτούν από περαστικά πόδια. Το καλύτερο είναι να σε ‘βρει το χιόνι. Αυτό κι αν είναι υπερθέαμα θανάτου! Να παγώσεις.

Να παγώσεις να μη σε βλέπω και θυμάμαι πως πρέπει να ξεχάσω τις Άνοιξες όλου του κόσμου.  

                                  Μαρίνα Μάγκλαρη

                                 Δραματοθεραπεύτρια






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου