Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΓΓΑΣ μιλά για το βιβλίο του ''ΕΡΩΣ ΑΝΙΑΤΟΣ'' στην Μαίρη Γεωργιοπούλου

Ο Δημήτρης Μίγγας κατάγεται από την Μεσσηνία και ζει στην Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησε το 1995 με την ποιητική συλλογή Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου. Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Των κεκοιμημένων από τις εκδόσεις Πόλις. Για το βιβλίο αυτό τιμήθηκε το 2000 με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω. Το 2001 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το μυθιστόρημά του Σπάνια χιονίζει στα νησιά και τον Νοέμβριο του 2003 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Της Σαλονίκης μοναχά… καθώς και τα μυθιστορήματα Στα ψέματα παίζαμε, Τηλέμαχου Οδύσσεια, Πλωτά νησιά. Το
τελευταίο του έργο κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, Έρως ανίατος.

Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα σερβικά και ιταλικά.

  • Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός σας, ο Στεφανίδης έχει ζήσει μεγάλες στιγμές ως ηθοποιός κι έχει παίξει καταξιωμένους ρόλους. Σιγά σιγά τον αποκαθηλώνετε. Ο άλλοτε επιβλητικός Κρέοντας, γίνεται ένας γέρος που τραυλίζει πάνω σε μια καρέκλα αναπηρική. Η κρίση ανατρέπει τελικά αξίες και καταβαραθρώνει όσους δεν προσαρμόζονται;

Ο Στεφανίδης είναι ένας άνθρωπος χαρισματικός αλλά και κακομαθημένος. Η επιτυχία, η άνοδος, η καθιέρωση ήρθαν για αυτόν εύκολα. Δεν χρειάστηκε να αγωνιστεί, δεν αντιμετώπισε αντιξοότητες στη ζωή και στην καριέρα του και θεώρησε πως κάτι τέτοια ήταν το φυσιολογικό και ότι η ζωή του θα κυλούσε έτσι. Γι’ αυτό η φυσιολογική φθορά του σώματος και κάποιες επαγγελματικές αποτυχίες τον βρήκαν ανυποψίαστο και ανοχύρωτο. Δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις καινούργιες συνθήκες, να ισορροπήσει ώστε να χαρεί αυτά που έχει και όχι εκείνα που είχε κάποτε ή θα ήθελε να έχει. Δεν έμαθε να παλεύει. Έτσι μοιραία αφέθηκε και παρασύρθηκε. Μια τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσα να ισχυριστώ πως χαρακτηρίζει κάπως και τη δικιά μου τη γενιά. Ήταν όλα εύκολα για μας, πιστέψαμε πως έτσι θα είναι πάντα, φερθήκαμε εγωιστικά, κάναμε λάθος επιλογές και καταλήξαμε στις κρίσιμες στιγμές στο περιθώριο να παρακολουθούμε τα γεγονότα ανήμποροι να αντιδράσουμε.



  • Οι πρωταγωνιστές σας φαίνονται αυτόνομοι και ανεξάρτητοι σε πολλά σημεία. Σαν να σας δείχνουν οι ίδιοι να πάτε εκεί που το θέλουν και σας ανοίγουν δρόμο. Κι εσείς εξ αποστάσεως παρατηρητής; Γιατί;

Στη μυθιστορηματική πραγματικότητα, όπως συμβαίνει και στον δικό μας κόσμο, οι πεποιθήσεις κάθε χαρακτήρα δεν συμπίπτουν με αυτές των διπλανών του ούτε φυσικά με εκείνες του γράφοντος. Ο συγγραφέας δημιουργεί στα κείμενά του έναν μικρόκοσμο μέσα στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Και είναι γεγονός πως η καθεμία και ο καθένας από αυτούς έχει παρελθόν και τη δικιά του ιστορία. Οι περισσότεροι πρωτοεμφανίζονται στις σελίδες του βιβλίου από κάποια στιγμή της μυθιστορηματικής ζωής τους και ύστερα. Για να είναι πειστικοί, ολοκληρωμένοι και “ζωντανοί” θα πρέπει ο δημιουργός τους να γνωρίζει με κάθε λεπτομέρεια την προηγούμενη ζωή τους – παιδικά χρόνια, σπουδές, οικογενειακή κατάσταση, χαρακτήρα, πάθη, εμμονές, συνήθειες, χαρίσματα, αντιδράσεις, ακόμα και χαρακτηριστικές κινήσεις, στάση ζωής κι απόψεις που καθοδηγούν τη δράση τους. Θα πρέπει δηλαδή να έχει φτιάξει για κάθε έναν από αυτούς ένα ολοκληρωμένο βιογραφικό από τη στιγμή που γεννήθηκαν μέχρι να εμφανιστούν στις σελίδες του βιβλίου. Κάθε κουβέντα τους και πράξη θα πρέπει να εναρμονίζονται με τον προηγούμενο βίο τους. Και αν καμιά φορά συμβεί ένας συγγραφέας, παρασυρμένος από τη δική του νοοτροπία και εμπειρίες, να τους σπρώξει σε ενέργειες που δεν τους ταιριάζουν, τότε η ιστορία του συνήθως οδηγείται σε αδιέξοδο. Από ένα σημείο και μετά είναι τέτοια η διαδοχή των γεγονότων, των σκηνών και των διαλόγων, που ο συγγραφέας αναγκάζεται να γυρίσει πίσω τον μυθιστορηματικό χρόνο και να διορθώσει το λάθος του υπακούοντας και υπηρετώντας τα θέλω και τα πιστεύω του ήρωά του και όχι τις δικές του προγραμματικές σκέψεις για το έργο του. Αυτό λοιπόν εννοώ, όταν ισχυρίζομαι πως δεν υπακούουν πάντα στον δημιουργό τους οι ήρωες και ότι συχνά ξεφεύγουν και ενεργούν αυτόβουλα.



  • Ύστερα μπλέκεστε βιωματικά στα πόδια τους και στις ζωές τους. Πώς ήρθε η πρωτότυπη κι επινοητική ιδέα να συμμετέχετε κι εσείς στο έργο σας; Παίρνετε μέρος γιατί τους ζηλέψατε; Θέλετε να τους κλέψετε, να τους νικήσετε και να γίνετε εσείς στο τέλος ‘’το πρώτο όνομα’’;

Η ιδέα για τη συμμετοχή του συγγραφέα στο έργο δεν είναι πρωτότυπη και κατά συνέπεια δεν είναι δικιά μου. Να θυμίσω εδώ την ‘Κόρη’ στο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα του Πιραντέλλο, που το έσκαγε από το σπίτι και επισκεπτόταν τον συγγραφέα προσπαθώντας να τον πείσει πως έπρεπε επιτέλους να τελειώσει την ιστορία της. Πρέπει εδώ να διευκρινίσω ότι αυτός που εμφανίζεται ως συγγραφέας στο κείμενο, ο Τάκης, δεν είμαι φυσικά εγώ. Είναι κι αυτός ένας χαρακτήρας του μυθιστορήματος, όπως και οι υπόλοιποι, που ενεργεί σύμφωνα με τα δικά του πιστεύω και οι όποιες ενέργειες του πρέπει να χρεώνονται ή να πιστώνονται σ’ αυτόν όπως κάνουμε και με τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου. Κατά συνέπεια δεν συμμετέχω στο έργο, δεν ζηλεύω και δεν θέλω να νικήσω ή κλέψω τίποτα από κανέναν. Περνώ παρέα με τις ηρωίδες και τους ήρωές μου πολλές ώρες, στο γραφείο, στη βόλτα, με συντροφεύουν στο κρεβάτι μέχρι να κοιμηθώ. Συζητώ μαζί τους για να καταλάβω πώς σκέφτονται, ζητώ από κάποιους να μου δώσουν συνέντευξη, υποβάλλω τις ερωτήσεις κι ύστερα παίρνω τη θέση τους προσπαθώντας να απαντήσω για λογαριασμό τους κι όχι ως Δημήτρης Μίγγας. Τους συμπαθώ όλους ανεξαιρέτως και πασχίζω να κατανοήσω τη συμπεριφορά και να δικαιολογήσω για λογαριασμό τους τις πράξεις τους (ακόμα κι όταν δεν συμφωνώ με αυτές), γιατί διαφορετικά δεν θα είναι αυθεντικοί ως χαρακτήρες. Κι αν πρόκειται για ηρωίδα, στην προσπάθειά μου να τη δω με τα μάτια ενός άντρα που την αγαπάει, που ξαπλώνει μαζί της στο κρεβάτι, κάνουν έρωτα και αγγίζει κάθε σπιθαμή του σώματός της, κινδυνεύω μοιραία να την ερωτευτώ. Αυτή την αίσθηση πέρασα και στο χαρτί πιστώνοντάς την στον Τάκη.



  • Ο κεντρικός ήρωάς σας πάσχει από αφηρημάδα. Κι αν δεν υποτιμήσουμε την κληρονομική προδιάθεση, από άνοια. Ακόμα κι εκεί τον ταλαιπωρείτε. Τον βάζετε τα πρόσφατα γεγονότα να τα περνά στην λήθη πιο εύκολα, τις αναμνήσεις και συγκρίσεις όμως άλλων εποχών να επιμένουν πεισματικά. Γιατί;

Δεν είχα πρόθεση να ταλαιπωρήσω κανέναν. Ξεκίνησα να γράψω ένα βιβλίο φιλοδοξώντας εκτός των άλλων να μιλήσω και για τη φθορά του σώματος, τις εκπτώσεις φιλοδοξιών και ονείρων, και παράλληλά να ασχοληθώ με τον  αναπότρεπτο μαρασμό κάθε ερωτικής σχέσης. Ο κεντρικός ήρωας όντως πάσχει από άνοια. Το γεγονός ότι ξεχνά εύκολα τα πρόσφατα γεγονότα σε αντίθεση με τις αναμνήσεις που επιμένουν δεν είναι εφεύρημα δικό μου, αλλά κοινό χαρακτηριστικό όλων εκείνων που πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια.



  • Η Όλγα μας συστήνεται με ένα επίθετο που στο εξής θα είναι κι ένα συστατικό της ταυτότητάς της: Οροθετική. Η ίδια έχει υποφέρει από κοινωνικές συμπεριφορές. Πιστεύετε πως ακόμη δεν είμαστε έτοιμοι κι ανοιχτοί, ως κοινωνία να (από)δεχτούμε τις διαφορετικότητες;

Κάποιοι αντιμετωπίζουν καθετί το διαφορετικό στην αρχή με επιφύλαξη μέχρι να το αποδεχτούν. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά έχει να κάνει με την παιδεία, τη νοοτροπία, την κουλτούρα και λίγο ή πολύ τη συναντάμε παντού. Ιδιαίτερα στην περίπτωση μιας ασθένειας (π.χ. φορέας) το πρόβλημα ξεκινάει κυρίως από την άγνοια. Η άγνοια και η παραπληροφόρηση είναι κάποια από τα βαρίδια που τυραννούν τον άνθρωπο και συχνά τον αποπροσανατολίζουν.



  • Ο ηθοποιός του βιβλίου λέει… ‘’Δεν είναι τόσο τα λεφτά, όμως αν κατέβω απ’ το σανίδι χάθηκα’’. Οι καλλιτέχνες είναι ιδιόμορφα πλάσματα. Γιατί διαλέξατε έναν τέτοιο για κεντρικό πρόσωπο; Έχει κοινό ένας ηθοποιός με έναν συγγραφέα; Εσάς, αν σας έλεγαν να σταματήσετε να γράφετε…;

Διάλεξα έναν ηθοποιό, επειδή βρήκα προσφορότερο να δείξω αυτή την παρακμή στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη παρά σε κάποιον άλλον, ας πούμε σε έναν δημόσιο υπάλληλο. Η δουλειά του ηθοποιού και σε έναν βαθμό και η ζωή του φωτίζονται συνεχώς. Ρόλοι πρωταγωνιστικοί που δίνουν με τον καιρό τη θέση τους σε άλλους δευτερεύοντες, κριτικές εγκωμιαστικές όταν είναι στην κορυφή κι αργότερα κακές ή, ακόμα χειρότερα, αδιαφορία και σιωπή· το χειροκρότημα ή η αποδοκιμασία, θαυμασμός ή απαξίωση εκ μέρους του κοινού. Όλα στο φως! Ο δημόσιος υπάλληλος βιώνει τη φθορά κρυμμένος στο μισοσκόταδο, στο σπίτι ή στο γραφείο· υποφέρει, όμως ο σπαραγμός του καλύπτεται από τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, πιστεύω πως γενικά οι καλλιτέχνες ανεξάρτητα από την τέχνη την οποία υπηρετούν έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά.

Όσο για το τι θα έλεγα εγώ αν μου πρότειναν να σταματήσω το γράψιμο το αναφέρω σε κάποιο σημείο του βιβλίου: ‘Γράφω επειδή δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Δεν με μέλλει πόσα αντίτυπα θα πουληθούν, το αν οι κριτικοί αγνοήσουν το βιβλίο και πως ο εκδότης δεν θα το υποστηρίξει. Δεν με πειράζει ακόμα κι αν δεν εκδοθεί. Συνήθισα πια και μπορώ να ζήσω δίχως αυτά. Το γράψιμο μ’ όλα του τα ζόρια είναι το μόνο που μου έμεινε.



  • Οι ήρωες σας από τα ύψη, κατρακυλούν. Καταπίνουν τις υποτιμήσεις, χάπια χωρίς αντίσταση. Τι σας τράβηξε να μιλήσετε για την φθορά, την μοναξιά, τις εκπτώσεις στα όνειρα, τον έρωτα; Είναι άραγε ανίατος;

Τα βασικά θέματα που απασχολούν τους συγγραφείς από τότε που άρχισε να γράφεται λογοτεχνία είναι ο έρωτας, ο θάνατος, ο χρόνος και ο νόστος. Αυτό δεν είναι δική μου διαπίστωση είναι κοινός τόπος όλων όσων ασχολούνται με τη γραφή. Αυτά τα μοτίβα απασχολούν και μένα όχι μόνο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημά αλλά και σε όλα τα προηγούμενα βιβλία μου.

Απάντηση στην ερώτηση αν είναι ο έρωτας ανίατος και τι εννοεί ο ποιητής ενδεχομένως να δώσει ο αναγνώστης, εφόσον βέβαια αισθανθεί την ανάγκη, όταν θα φτάσει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Επιλέγοντας τον συγκεκριμένο τίτλο δεν είχα πρόθεση να καταφύγω σε κάποιον συμβολισμό που να αφορά τον δεσμό των ηρώων μου. Ο ανίατος έρωτας, όπως ενδεχομένως φανεί και από την κουβέντα μας, τουλάχιστον για εμένα είναι και άλλος. Πρόκειται για τον έρωτα που έχει σχέση με το γράψιμο και τη διαδικασία της γραφής.



  • Βρισκόμαστε σε μια λογοτεχνική πραγματικότητα ή ουτοπία; Εσείς, ο Στεφανίδης, η Όλγα είστε ένα κατασκευασμένο τρίγωνο ιψενικό για να λειτουργήσει παρακάτω σαν καταλύτης σε μυθιστόρημα που γράφει κάποιος τρίτος; Μήπως τελικά υπάρχει κι ο Άλλος συγγραφέας;

Ο Μπόρχες είχε πει ότι: η λογοτεχνία δεν είναι παρά ένα καθοδηγούμενο όνειρο. Και τα όνειρα δεν είναι ουτοπία, αντίθετα μαζί με την πραγματικότητα αποτελούν τη ζωή μας. Διευκρίνισα σε μια προηγούμενη ερώτηση ότι ο Τάκης δεν είμαι εγώ. Είναι κι αυτός από ένας χαρακτήρας του μυθιστορήματος, όπως και οι υπόλοιποι ήρωες του μυθιστορήματος. Εγώ είμαι, βέβαια, αυτός που αφηγείται, αλλά ακόμα και ο αφηγητής σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον συγγραφέα. Τελικά αν υπάρχει και άλλος συγγραφέας πάνω από μένα είναι κάτι που δεν μπορώ να ισχυριστώ με βεβαιότητα ούτε φυσικά να απορρίψω.



  • Στο τέλος εσείς κλέβετε την ζωή και τον έρωτα του πρωταγωνιστή σας. Περπατάτε, αγκαζέ με την Όλγα… Κάνατε ό,τι κι ο Μπόρχες… ‘’πριν πεθάνει ο Οτάλορα καταλαβαίνει ότι απ’ την αρχή τον είχαν προδώσει’’. Εσείς καταδικάσατε τον Στεφανίδη; Τον αφήσατε να δοθεί και να χαρεί τον έρωτα και παράλληλα του εκμηδενίσατε την σχέση; Ήταν προμελετημένο από την αρχή;

Δεν κλέβω εγώ τη ζωή και τον έρωτα του πρωταγωνιστή. Δεν προδίδω, δεν καταδικάζω ούτε εκμηδενίζω τη σχέση του Στεφανίδη. Όλα τα παραπάνω τα διαπράττει ένας ο Τάκης. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας με ο όνομα ‘Τάκης’ που παρουσιάζεται ως  συγγραφέας είναι ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος και όχι εγώ.



  • Δεν βγαίνει κανείς εύκολα από τους λαβύρινθους του Μπόρχες… Δεν φοβάστε αλήθεια κύριε Μίγγα μήπως ο ‘ΑΛΛΟΣ δεν έχει τελειώσει ακόμη το μυθιστόρημά του; Δεν αναρωτιέστε τι άραγε επιφυλάσσει για εσάς στο τέλος αυτή η ιστορία;

Ο βίος και η πολιτεία καθενός από μας είναι ένα εν δυνάμει μυθιστόρημα. Η ζωή είναι μοναδική, πεπερασμένη, ανεπανάληπτη. Κανένας δεν γνωρίζει, λοιπόν, τι του επιφυλάσσει το μέλλον. Κατά συνέπεια οφείλουμε να ζούμε και να χαιρόμαστε το σήμερα να ονειρευόμαστε το αύριο, δεδομένου ότι όλοι γνωρίζουμε πως η προσωπική ιστορία μας κάποια στιγμή θα ολοκληρωθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου