Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

ΝΕΑΠΟΛΗ ΕΙΣΑΙ ΡΕ (Του Φώτη Βεζυργιαννίδη)

Τα δυο αδέρφια τα γνώριζα ξεχωριστά για αρκετά χρόνια στην εφηβεία μας χωρίς να γνωρίζω ότι είναι αδέρφια. Με τον ένα κάναμε παρέα τα καλοκαίρια στα λυόμενα που έστησαν οι γονείς μας σε κοντινή περιοχή της Σαλονίκης μετά το σεισμό του ’78. Μέσα σε λίγους μήνες τότε, στήθηκαν λυόμενα και σπίτια απ’ την Περαία μέχρι τα Μουδανιά σε οικόπεδα που είτε υπήρχαν από πρίν είτε αγοράστηκαν επί τούτου λόγω του σεισμού.

Με τον άλλο κάναμε παρέα στη Σαλονίκη με τους ροκάδες της Νεάπολης. Ήταν το αντίθετο του μικρού που ήταν σοβαρός και μετρημένος. Μακριά μαλλιά, σκοτεινό βλέμμα, έτοιμος πάντα για καυγά ειδικά με κάθε λογής αλλόθρησκους (Αριανούς, γριές, πάνκηδες ή διάφορα άλλα φρούτα) αλλά η καρδιά του ήταν βούτυρο και μάλιστα λιωμένο.

Όταν λοιπόν συνάντησα τον Γιώργο μια μέρα στο λυόμενο σάστισα. Τι δουλειά έχεις ρε φίλε στο σπίτι του Πάρη; Τον ρώτησα. Ο Πάρης είναι αδελφός μου, είναι το σπίτι μου απλά δεν έρχομαι συχνά μου είπε.

Από εκείνη την εποχή τον παρακολουθούσα από κοντά. Το όνομά του ήταν σχεδόν συνώνυμο με την ομάδα. Κατάφερε να βάλει τη Νεάπολη σαν brand name στο σημείο του γηπέδου που η Καλλιθέα είχε ένα άσχημο σχεδόν ναζιστικό σύμβολο και εδραίωσε την αρχηγική θέση του, πότε στην κερκίδα και πότε στο 10ο ΑΤ Νεαπόλεως που πολλές φορές ήταν αναγκασμένος να δίνει το παρόν επιβεβαιώνοντας την απουσία του από το γήπεδο.

Κυκλοφορούν φήμες γύρω απ’ το όνομά του και τα έργα του τόσο παραμορφωμένες που πολλές φορές θέλω να χαστουκίσω τους νεαρούς που τα διαδίδουν. Είναι αλήθεια ότι ήταν άνθρωπος της υπερβολής, έπινε πολύ και μάλωνε πολύ. Αυτά τα πράματα άλλωστε βαδίζουν δίπλα-δίπλα. Αλλά τι μπορεί να περιμένει κανείς από κάποιον που η μεγαλύτερη, η μοναδική του αγάπη ήταν η ομάδα του;  Για το διάστημα που τον γνώρισα δεν θυμάμαι να έχει ερωτευτεί, κάτι που στο κάτω-κάτω δε μας νοιάζει αλλά δείχνει ακριβώς την αρρωστημένη αφοσίωση στην ομάδα.

Το ’92 κάναμε διακοπές στην Κρήτη. Όταν ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου δεν άντεξε άλλο αυτόν και την παρέα του που μπαστακώθηκαν εκεί απ’ τον Μάιο τους επέτρεψε-παρακάλεσε  να μείνουν δωρεάν σε μια πρωτόγονη αγρικία έξω από ένα χωριό και εννιά ανηφορικά χιλιόμετρα με στροφιλίκι μακριά απ’ τη θάλασσα. Ό,τι πρέπει για οδήγηση μετά από αμέτρητα ούζα με πορτοκαλάδα

Είχε γυρίσει την Ελλάδα και την Ευρώπη με τις εκδρομές που οργάνωνε ο ίδιος. Με κείνα τα λεωφορεία που ο οδηγός τους υποχρεωτικά ταξίδευε με ανοιχτό παράθυρο ακόμα και το χειμώνα και πάντα χαμογελαστός απ’ τα ντουμάνια. Καυγάδες και ξύλο σε κάθε πόλη  και γήπεδο αλλά και στους ενδιάμεσους σταθμούς. Στο τέλος τα λεωφορεία σταματούσαν στη μέση του πουθενά για έκτακτες σωματικές ανάγκες στα χωράφια αφού μόνο εκεί δεν είχε τίποτα να σπάσεις.

Όταν έφυγε ο Γιώργος το ‘98 (κάνοντας διακοπές σε κάποιο κυκλαδονήσι) έκλεισε και για αρκετούς από μας ένας κύκλος. Ένας κύκλος στον οποίο ποτέ δεν ήμουν μέσα ούτε καν εφαπτόμενος αλλά τουλάχιστον μου ήταν ορατός από κοντινή απόσταση. Μια ζωή γεμάτη με φασαρίες και σπασίματα, τσαμπουκάδες με χαμουτσήδες και ξύλο με κραυγές στην κερκίδα με τα φλάι φορεμένα ανάποδα και πορείες χαράς από τον Λευκοπύργο και προς άγνωστη κατεύθυνση.

Μια ζωή τυφλή πίστη στην ομάδα ανεξάρτητα ποιος είναι ο πρόεδρος, ο προπονητής, αν είναι καλοί ή κακοί οι παίκτες. Συνθήματα μοναδικής στιχουργικής φαντασίας και «χέρια ψηλά ρε τσογλάνια». «Εσύ εκεί πάνω γιατί δε φωνάζεις ρε; Γαύρος είσαι;»

Δεν ξαναπήγα γήπεδο, ούτε πρόκειται να πάω στο μέλλον. Εκτός κι αν (πάντα υπάρχει ελπίδα όχι του Τσίπρα, απ’ την άλλη) ο Δημητράκης που τώρα παίζει στον Μακεδονικό, φορέσει τα ασπρόμαυρα μια μέρα.

                                                                   Φώτης Βεζυργιαννίδης

Photo by: fotis vezirgiannidis



                                                                                                                    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου