Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Across the Universe, Της Μαρίνας Μάγκλαρη

Πόσο διήρκησε; Μιάμιση ώρα;

Τηλεφώνημα αποχαιρετισμού;

Και τα καλά και τα άσχημα χώρεσαν σε ενενήντα λεπτά;

Όλα χώρεσαν.


Και ο θυμός.

Και οι αλληλοκατηγορίες.

Σαν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο. Όχι, εγώ δεν το είπα έτσι. Εσύ το είπες. Όχι, εγώ δεν εννοούσα αυτό. Εσύ παρεξηγήθηκες. Όχι, δεν σε παίζω άλλο.

Και τα κλάματα να πλημμυρίζουν τα μάτια και να τρέχουν σε μάγουλα κοίτες, ποτάμια.

Ασυγκράτητα νερά πάνω σε μπλούζες και χαρτομάντιλα.

Μα που βρέθηκαν όλα αυτά τα υγρά μέσα μου;

Και τώρα; Θα αδειάσουν; Θα στερέψουν; Θα στεγνώσω μέσα μου;

Θα ξεραθώ. Άνυδρη.

Κάνω βουτιά στο εσωτερικό μου και βλέπω ξερή γη να κομματιάζεται. Ρωγμές.

Και το βάθος μαύρο. Κομμάτια γης αποκομμένα.

Καλύτερα.

Έτσι δεν θα βρει τίποτα να φυτρώσει ξανά.

Θα μείνουν στεγνά να χάσκουν. Απειλές ανοιχτές, να στραβοπατήσει κάποιος και να χαθεί στις ρωγμές.

Και τα δάκρυα που αναδύθηκαν τα στέγνωσα με την άκρη της μπλούζας μου. Δε μ’ ένοιαζε. Έτσι, κι εγώ σαν παιδί του νηπιαγωγείου που σκουπίζει μύξες και δάκρυα με ολόκληρο το μανίκι. Γρήγορα. Να μην τα δει κανείς. Να μην καταλάβει.

Όχι, δεν έκλαψα. Όχι, δεν έκλαιγα. Όχι, δεν κλαίω. Πως σου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό; Δεν κλαίω πια.

Και οι αλληλοκατηγορίες σφυριές στο σώμα μου.

Δεν θα αφήσω τις σφυριές να διαλύσουν τις ώρες που ήμαστε μαζί.

Ήταν όμορφα.

Ναι, ήταν όμορφα. Συμφωνείς μαζί μου.

Και το κατακάθι που χάλασε τη γεύση μου διαλύθηκε.

Και μπόρεσα να θυμηθώ μια γλυκιά γεύση, που φάγαμε μαζί στόμα με στόμα.

Να φάμε γλυκό.

Σοκολάτα.

Ναι, σοκολάτα.

Όλες τις πάστες σοκολάτα.

Τυλίξτε τες για το σπίτι.

Θα τις φάμε στο σπίτι. Θα μου φτιάξεις καφέ κι εγώ θα κλέβω κουταλιές σοκολάτα από το δικό σου γλυκό κι εσύ θα μου φέρνεις μερέντα και θα γλείφεις το κουταλάκι. Σοκολάτα και φιλί μαζί. Και θα το τρώμε ο ένας από το στόμα του άλλου. Να μην αφήσουμε τίποτα στο σιδερένιο αντικείμενο. Να το βάλουμε όλο μέσα μας να μας γλυκάνει.

“Nothing is gonna change my world”.

Και οι σκηνές βίας να εναλλάσσονται σε αργούς ρυθμούς.

Δε με νοιάζει.

Έχω πραλίνα σοκολάτα στο στόμα μου και η καταστροφή προβάλλεται στη φωτεινή οθόνη.

Δε με νοιάζει.

Η διάλυση είναι στην ταινία

Εμείς δεν θα διαλυθούμε.

Κρατιόμαστε σφιχτά.

“Nothing is gonna change my world”.

Και πέφτουν οι τίτλοι του τέλους.

Κι εμείς κοιτιόμαστε στα μάτια, με τη σιγουριά πως εμείς θα κοιμηθούμε σφιχτά αγκαλιά και δεν θα αφήσουμε να πέσουν οι τίτλοι του τέλους. Εμάς μας ενώνουν οι σοκολατένιες πάστες. Αφήσαμε και για αύριο. Να βρούμε όταν ξυπνήσουμε. Να βρω όταν εσύ θα λείπεις στη δουλειά. Να έχω να σε γεύομαι. Θα ανοίγω το βάζο με τη μερέντα και θα γεμίζω το δάχτυλό μου σοκολατένια ανάμνηση μέχρι να γυρίσεις.

Κι εσύ να γυρίζεις.

Και να παίζει μέσα μου η μουσική,

“Nothing is gonna change my world”.

Όσο γυρίζεις παίζει η μουσική. Και οι νότες δεν είναι φάλτσες. Και όλα είναι τοποθετημένα σωστά πάνω στο πεντάγραμμο.

Σοκολατένιες νότες.

Θα μου λείψεις.

Εσύ μου λείπεις ήδη.

Νιώθω πως μπαρκάρεις και αποχαιρετιόμαστε.

Κι εσύ να γελάς.

Να γελάω κι εγώ. Σαν να είπα το εξυπνότερο αστείο του κόσμου.

Σε βλέπω μέσα από το καλώδιο του τηλεφώνου.

Είσαι όμορφος.

Είσαι όμορφος όταν γελάμε μαζί.

Και μέσα μου να σπαράζω. Δεν θέλω να σ’ αποχαιρετήσω.

Δεν θέλω να μπαρκάρεις.

Δεν θέλω να λέμε αστεία και να γελάμε.

Θέλω να κλαίμε και να βριζόμαστε.

Δεν θέλω να είσαι όμορφος.

Θέλω να πάμε κάπου μαζί.

Ναι, να πάμε.

Που;

Κάπου.

Είναι μακριά το κάπου.

Είναι μακριά το μαζί.

Δεν θέλω να είσαι όμορφος.

Αγκαλιάζω τη γύμνια σου.

Με σηκώνεις στην πλάτη.

Ακροβατώ πάνω στην πλάτη σου.

Κι εσύ βάζεις μουσική, να ισορροπήσει ο ακροβάτης, να σταθεί. Τραμπαλιζόμαστε και ισορροπούμε.

Πάντα ισορροπούμε.

Δεν μ’ άφησες στιγμή να φοβηθώ.

Δεν μ’ άφησες στιγμή να πέσω.

Όχι, δε με βαραίνεις. Μ’ αρέσει να σε κρατώ στην πλάτη μου. Σχοινί να περπατήσεις.

Δεν θα βάλουμε προστατευτικό δίχτυ. Δεν το χρειαζόμαστε.

Σχοινί και ακροβάτης σε απόλυτη αρμονία.

Πότε χάσαμε την ισορροπία;

Πότε κόπηκε το σχοινί;

Κι ο ακροβάτης για λίγο μετέωρος στο κενό. Μετέωρος στον αέρα. Σαν τα κινούμενα σχέδια. Θυμάσαι; Ο κινούμενος σχεδιοήρωας να πέφτει από τον γκρεμό και να μένει εκεί. Θα μπορούσε να μείνει για πάντα στον αέρα, αν δεν έκανε το λάθος να κοιτάξει κάτω. Όταν κοιτάξεις το κενό μια βαρυτοδύναμη σε τραβάει κοντά της.

Να κοιτάξεις το κενό. Αυτό είναι το λάθος.

Σε ρουφάει.

Το μυστικό είναι να μην κοιτάξεις ποτέ.

Θα μείνεις χωρίς έδαφος κάτω από τα πόδια, αλλά θα μείνεις, εκεί, στον αέρα.

Πότε κόπηκε το σχοινί;

Υπάρχει τουλάχιστον το προστατευτικό δίχτυ.

Όχι, δεν υπάρχει.

Δεν βάλαμε προστατευτικό δίχτυ.

Δεν το χρειαζόμασταν.

Είχαμε τις πραλίνες για προστασία.

Οι πραλίνες έλιωσαν.

Και ο ακροβάτης;

Ο ακροβάτης δεν στάθηκε στιγμή στον αέρα.

Βούτηξε στο κενό με ταχύτητες ασύλληπτες.

Όσο μεγαλύτερη η ταχύτητα, τόσο μεγαλύτερο το συνονθύλευμα των εικόνων γύρω. Μπερδεύονται η μία μέσα στην άλλη. Φιγούρες, χρώματα, κινήσεις. Αυτό που μένει είναι θολό.

Θυμάμαι μαύρο. Μαύρο και κόκκινο.

Ο ακροβάτης βούτηξε στις δικές σου λέξεις, στις δικές σου εικόνες, φερμένες από το δικό σου βάθος, από μια άλλη ζωή. Σ’ αυτή τη ζωή όλα δυο χρώματα. Μαύρο και κόκκινο. Θα κολυμπήσω στα χρώματά σου. Θα κολυμπήσω δυνατά για να μην πνιγώ. Θέλω να δω πως είναι η δική σου θάλασσα. Το νερό με τραβάει στον πάτο. Θα κρατηθώ.

Δε μοιάζει με τη θάλασσα που σ’ έβλεπα να κολυμπάς μες στο χειμώνα. Εσύ γυμνός στη θάλασσα κι εγώ στη καντίνα να πίνω τσίπουρο και να καπνίζω, τυλιγμένη με πανωφόρια και κασκόλ.

Κι εσύ να κολυμπάς ελεύθερος στο νερό.

Κι εγώ να κολυμπώ ελεύθερη στη στεριά.

Για να μου δώσεις την αλμύρα σου να τη ζαλίσω με 73ο τσίπουρο.

Η μαυροκόκκινη είναι πηχτή θάλασσα.

Δε μοιάζει στη θάλασσα του χειμώνα που αρμενίζαμε άφατες προσδοκίες.

Τούτη εδώ δε γνωρίζει από προσδοκίες.

Τούτη εδώ πνίγει και ξερνάει σε κοφτερά βράχια.

Θα κολυμπήσω δυνατά για να μην πνιγώ.

Θα κολυμπήσω γιατί την ξέρω αυτή τη θάλασσα. Μοιάζει με τη δική μου. Θα τις αφήσω να ενωθούν, να ανακατευτούν.

Θανατερή ανάδευση.

Θα βγω. Θα τινάξω από πάνω μου τα δικά σου κόκκινα, τα δικά σου μαύρα. Θα τα στεγνώσω να μη βαραίνουν το σώμα μου, να καταφέρω να ξεκολλήσω τη μούρη μου από τον καθρέφτη.

Είμαστε ο ένας το είδωλο του άλλου.

Δεν θέλω να βλέπω το είδωλό μου μέσα στο δικό σου είδωλο.

Θα σ’ αποχαιρετήσω.

Ναι. Είναι σα να μπαρκάρεις κι εγώ σου στέλνω λόγια τρυφερά να έχεις στο ταξίδι σου.

Σε αποχαιρετώ εκεί στην ίδια θάλασσα που ενώσαμε αλμύρα κι αλκοόλ. Εσύ να ταξιδεύεις κι εγώ να κάθομαι στην καντίνα και να διαβάζω.

Για έρωτες άλλους,

που έζησαν και πέθαναν,

για έρωτες που έζησαν και κράτησαν,

για έρωτες που πέθαναν πριν ακόμη υπάρξουν.



                                                                     Μαρίνα Μάγκλαρη

                                                                    Δραματοθεραπεύτρια







2 σχόλια:

  1. Κι εγώ να κολυμπώ ελεύθερη στη στεριά.

    Ωραιο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. '' the Ballad o Narayama '' 1958 Keisuke Kinoshita
    https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&ved=0ahUKEwin6NeFzPvPAhViDJoKHZTPDcQQFggaMAA&url=http%3A%2F%2Fwww.imdb.com%2Ftitle%2Ftt0051980%2F&usg=AFQjCNFWbfBnkro2CnpYjjUmMtQF9INrmg&sig2=ZAdon8LVEGHd40y_KVseoA&bvm=bv.136811127,d.bGs

    ΑπάντησηΔιαγραφή