Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΟΛΑ… σαν Ιταλικό τραγούδι

Η δική μου, μικρή Πάολα, είναι το παιδί μου. Όχι το βιολογικό. Άνευ γραφειοκρατικών διαδικασιών. Άνευ τοκετού. Και ληξιαρχικών πράξεων. Είναι παιδί μου. Σάρκα από τη σάρκα μου. Κομμάτι του μυαλού και της ψυχής μου. Δεν είναι η κολλητή μου, όχι. Γιατί ανάμεσά μας θα υπάρχει πάντα αυτό το χαοτικό μεταξύ του μητρικού και του παιδικού. Που πονάει το κεφάλι της και μουδιάζει το μυαλό μου. Που βελόνες τσιμπάν την καρδιά της κι εγώ παθαίνω ανακοπή.

Το όνομά της δόθηκε από ένα παλιό ιταλικό τραγούδι. Τα μαλλιά της το πιο κόκκινο εκτυφλωτικό που έχεις δει. Μπούκλες φωτιές, αναμμένες κόκκινες πασχαλιάτικες λαμπάδες.

Όταν ήταν μικρή, αράδιαζε σε μωσαϊκά ξυλομπογιές. Προσπαθούσε να ζωγραφίσει παλάτι για να βάλει εκεί τον μπαμπά και τη μαμά. Με το ζόρι μαζί. Δεν έπιανε το χέρι της. Αδέξια το παλάτι το έκανε καλύβα. Μάζευε τα μαχαίρια από την κουζίνα. Για να μην παίξει ο μπαμπάς και η μαμά το παιχνίδι που κάνουν στα τσίρκα. Τους κλείδωνε σ’ εκείνο το δωμάτιο μήπως και οι αναθυμιάσεις από το κρασί που έχει ρίξει η μαμά στο μεσημεριανό μεθυσμένο χταπόδι τους φέρει πιο κοντά. Μπας και τα βρουν. Κι αυτή, κουλουριασμένη έξω από την πόρτα, περίμενε… ή να πάψει ο καβγάς ή να σκοτωθούν. Αργότερα σταμάτησε να ζωγραφίζει. Σε χαρτιά. Άρχιζε να σκαλίζει στο δέρμα της ζωγραφιές. Η πρώτη που έκανε μια παραπονιάρικη νεράιδα χωρίς φορέματα, σε στάση εμβρυϊκή. Όμοιά της.

Όταν είναι χαρούμενη, στριγκλιές από κόκκινο και κίτρινο και πράσινο πέπλο ξεδιπλώνονται. Σπάνε τζάμια. Σου σπάει τα νεύρα. Ανακατώστρα. Σου ταράζει την ηρεμία. Όταν πενθεί, όλες οι βαθιές νότες των απανταχού πενταγράμμων δεν της φτάνουν. Διαβάζει Βαμβουνάκη και συνοφρυώνεται. Ακούει Διάφανα Κρίνα και γελάει στραβοκαταπίνοντας τους λυγμούς της. ‘’Η θλίψη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε’’… Βάζει το χέρι μπρος από τα μάτια. Στις σκηνές του An American crime. Αλλά κρυφοκοιτάζει. Δεν αντέχει. Κι απ’ την άλλη δεν θέλει και να τις χάσει. Μου εξηγεί σαν σοφός τα ανεξήγητα. Με ένα βλέμμα. Με μόνο σιωπή. Χτυπά το κουδούνι τόσο σπαστικά! Γιατί ξέρει ότι είμαι νευρική και μου τη δίνει ο συνεχόμενος θόρυβός του. Κάνει είσοδο με πέντε ταινίες παραμάσχαλα, Αλμοδοβάρ.

… ‘’Κάτι ανάλαφρο έφερα, να περάσουμε τη νύχτα’’, μου λέει.

Και αναποδογυρίζει και μια σακούλα με όλα τα είδη από τους απαγορευμένους σοκολατούχους, γυναικείους πειρασμούς.

Τώρα δεν την έχω πλάι μου. Ήταν μάγκας. Έδωσε σε όλα μια βιαστική κλοτσιά και δέκα φάσκελα και ταξίδεψε το δρόμο που ήταν η αγάπη. Της έκλεισε το μάτι πονηρά. Δεν έκλεισε τα μάτια δειλή, τάχα δεν την είδε. Ξυπόλητη ακολούθησε πατημασιές, την περπάτησε την Ελλάδα κι έφτασε. Στο άλλο άκρο. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς ερωτηματικά, χωρίς καριέρες πίσω της. Χαλάλι του.

                                                          Μαίρη Γεωργιοπούλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου