Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Αναχωρώ άρα υπάρχω, (Του Φώτη Βεζυργιαννίδη)


Τελευταία όλο και περισσότερο αρχίζω να κατανοώ και να επικροτώ τους αναχωρητές. Και δεν εννοώ αυτούς που άφησαν την όμορφη Νεάπολη ή τις Συκιές για να ανηφορίσουν προς το Ρετζίκι ή το Φίλυρο που κι αυτοί αναχωρητές είναι. Εννοώ αυτούς που την κάνουνε στο άγνωστο, σε μια γωνιά ασήμαντη της χώρας που μπορεί και να μην είχαν ξαναπάει ούτε για διακοπές.

Και ναι μεν αρχικά χρειάζεσαι μόνο μιαν απόφαση. Και για το Ρετζίκι ακόμα. Το πρόβλημα βέβαια όταν επιλέξεις μια κοντινή περιοχή είναι ότι γλυτώνεις πιθανότατα από κάποια προβλήματα που σε απασχολούσαν πολύ γρήγορα όμως διαπιστώνεις ότι οι κυριότεροι λόγοι που σε ώθησαν στο φευγιό εξακολουθούν να υπάρχουν.

Τι κάθεσαι και σκέφτεσαι τώρα ρε καρντάση, θα σκεφτούν «μερικοί-ορισμένοι». Ε, να μωρέ, πέρασαν οι αργίες του Αγίου Δημητρίου και του ΟΧΙ, πέρασε κι ο σεισμός της Ιταλίας, πέρασε κι ο Πολύδωρας και ξεμείναμε από γεγονότα.

Η αναχώρηση καρντάση μου είναι δυστυχώς η κυρίαρχη τάση μέσα στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας που ζούμε όπως λέει κι η φίλη μου η Σοφία. Διότι τόσες χιλιάδες νέοι σπουδαγμένοι που την κάνουν για Ευρώπη μεριά δεν είναι αναχωρητές; Να μην υπολογίσω και πόσοι ακόμα αποφασίζουν να ξαναγυρίσουν στις περιοχές που γενήθηκαν και μεγάλωσαν αφού πια οι μεγάλες πόλεις όπως η Σαλονίκη για παράδειγμα δεν δίνει καμιά δουλειά και καμιά ευκαιρία όχι για κοινωνική ανέλιξη αλλά ούτε και για τον άρτο τον επιούσιο

Βέβαια, να τα λέμε αυτά, δε φεύγουν όλοι για το καλό τους. Δηλαδή για τις ευκαιρίες σε μια Νέα Γη. Όχι όχι όχι και όχι. Φεύγουν γιατί δεν αντέχουν να μείνουν παραπάνω. Διότι οι πόλεις που ζούμε έχουν γίνει ακόμα πιο απάνθρωπες τα τελευταία χρόνια. Πού οφείλεται αυτό, δεν ξέρω η αλήθεια όμως είναι ότι οι συνθήκες χειροτέρεψαν. Και δε θα αρχίσω με το σύστημα υγείας που κατέρρευσε ή για τις κρατικές υπηρεσίες και τις δομές της αυτοδιοίκησης που παραπέουν λόγω έλλειψης πόρων και υποστελέχωσης.

Μιλάω κυρίως για τους ανθρώπους που έχουν αγριέψει. Που γυαλίζει το μάτι τους συνέχεια, που είναι με τον κακό λόγο στο στόμα όλη την ώρα. Και να το παραδεχτούμε κι αυτό, η ραγδαία αστυφιλία τις δεκαετίες του ‘60 και του ’70 γιγάντωσαν το πληθυσμό των πόλεων αλλά δεν δημιούργησαν πολίτες. Ωραία η λαδί πορσελάνη στο λουτροκαμπινέ και επαναστατικά τα πορτοκαλί τετράφωτα στο σαλόνι που ήρθαν με το ασορτί τηλέφωνο της Siemens με το στρογγυλό καντράν αλλά καμία νοοτροπία σύγχρονου πολίτη δεν δημιουργήθηκε μόνο από την έντονη καταναλωτική μανία. Ούτε από την αντιπαροχή.

Και να σου πω, δεν θέλω να φτάσω στις γριές, είτε είναι τριανταπέντε είτε εξήντα, οι οποίες βγάζουν τον τενεκέ έξω απ την πυλωτή γιατί αυτή τη θέση τη γουστάρει ο κύρης τους να παρκάρει την «κούρσα». Αυτές ήταν χαμένα κορμιά απ’ την αρχή. Πολλές παραπλήσιες νοοτροπίες όμως θα μπορούσαμε να τις εξαφανίσουμε και να μην γίνουν κυρίαρχες συμπεριφορές.

Και για να μην μακρυγορώ και γίνομαι κουραστικός λέγοντας τα ίδια και τα ίδια, φτάσαμε πια πολύ μακριά. Δεν έχω καμιά ελπίδα ότι θα ξαναγίνουν σωστοί πολίτες άνθρωποι που δεν μπορούν να τηρήσουν ούτες τις βασικές τους υποχρεώσεις. Καμία ελπίδα.

Δεν μπορώ πια να μαλώνω μ’ αυτόν που πετάει σκουπίδια στο δρόμο, μ’ αυτόν που δε μαζεύει τα κακά του σκύλου του, μ’ αυτόν που η εξάτμισή του, η κόρνα του ή το στερεοφωνικό του ξεσηκώνει τρία τετράγωνα, μ’ αυτόν που παρκάρει όπου γουστάρει αρκεί να γίνει η δουλειά του, μ’ αυτόν που γλείφει, σέρνεται και παρακαλάει για οτιδήποτε δεν δικαιούται, μ’ αυτόν που χρησιμοποιεί την μικρή, μικρότερη ή ανύπαρκτη εξουσία του για δικό του όφελος σε βάρος όλων των υπολοίπων. Και αυτό συμβαίνει διότι όταν έπρεπε να μαλώσω μαζί τους, δεν το έκανα, είπα δε βαριέσαι, γάμησέ τον μαλάκας είναι, κάποτε θα καταλάβει. Και ΠΟΤΕ δεν κατάλαβε. Και έτσι ακολούθησαν κι άλλοι πολλοί τον δρόμο που χάραξε ο μαλάκας. Και όταν πια σου γυρνάει το μυαλό και λές «Πού πας ρε, δε βλέπεις ότι είναι η σειρά μου;», σου απαντά ο ηλίθιος με απάθεια «Εντάξει ρε μεγάλε τη σειρά σου πήραμε, δε σου πήραμε και τη γκόμενα».

Κι επειδή το παιχνίδι δεν σώζεται όχι γιατί είμαστε στην παράταση αλλά γιατί χάνουμε απ’ τα αποδυτήρια 15-0, η αναχώρηση είναι μια κάποια λύση.

Ξέρω, ξέρω, ξέρω τι θα με πεις. Ηλίθιοι υπάρχουν παντού. Απλά όταν είναι λίγοι σου απαντώ εγώ, τους κρατάς ελεγχόμενους. Στο νησάκι της άγονης γραμμής με τους εκατό κατοίκους και οι τριάντα να είναι ακατονόμαστοι, τους παλεύουν άνετα οι εβδομήντα και δεν ανθίζει το λουλούδι της βλακείας τους. Μόνο μην συμβαίνει το αντίθετο και τότε, όχι μόνο αναχωρείς ξανά αλλά νιώθεις και διπλά δικαιωμένος.

Αναχώρηση λοιπόν για ξερονήσια και τόπους ήσυχους. Κάτι θα βρεις να κάνεις καρντάση μου. Άπραγος δε θα μείνεις. Έτσι κι αλλιώς τι θα σου λείψει; Tα καλά νοσοκομεία ή τα γουάιτ κλόουθ ρέστοραντ; Τα κορναρίσματα ή τα πλήθη στα νυχτομάγαζα; Είναι γνωστό ότι το καλύτερο εστιατόριο βρίσκεται στην Ορεστιάδα, εκεί που οι γιωταχήδες κοκκαλώνουν στις διαβάσεις πεζών.  Η ποιότητα δεν βρίσκεται στην ποσότητα αφού.

                                                     Φώτης Βεζυργιαννίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου