Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Έρωτας, ξύλο και Rock n Roll, (Αχιλλέας Παπαμόσχος)

Ήτανε θυμάμαι κάπου εκεί, στις αρχές του 2012. Ήμουν ήδη δεσμευμένος αλλά ξέρεις πώς είναι αυτά. Το μάτι πάντα «παίζει». Όχι απαραίτητα γιατί ψάχνει κάτι καινούριο. Έτσι, απλά, για να θαυμάσει κάθε τι όμορφο.

Καθώς χάζευα σε μια ιστοσελίδα την αντίκρυσα για πρώτη φορά.

Σάστισα...

Πατούσα να δω περισσότερες λεπτομέρειες κι αμέσως ξαναγύριζα στην αρχική σελίδα. Μαύρη, κατάμαυρη, με καμπύλες που θα ζήλευε κι η Μόνικα Μπελούτσι. Midtown Custom…  αυτό ήταν τ’ όνομά της. Όπως ανέφερα όμως ήμουν ήδη δεσμευμένος. Η Gibson SG Standard, που περάσαμε 3 υπέροχα χρόνια μαζί, είχε πολύ ιδρώτα πάνω της.

Εκείνη την περίοδο ήμασταν μια μπάντα που παίζαμε κυρίως ροκ και πανκ. Κάτι δικούς μας πειραματισμούς, Led Zeppelin, Rory Gallagher, Cream, Johnny Thunders, Ramones, Clash, Iggy Pop, είχε καθημερινά το μενού. Rock n Roll μουσική αλλά και ζωή…

Gibson Midtown Custom λοιπόν το πλήρες όνομα της.

Σε μια εποχή σφιχτή οικονομικά, δεν τις άντεχα και τις δύο, γιατί και τα τσίπουρα δεν κόβονται ρε καρντάσι μου. Έπρεπε να πουλήσω την SG. Να “σκοτώσω”, όχι να πουλήσω… δεν άντεχα να περιμένω μέρες. Σε 10 λεπτά η αγγελία φάνταζε, ήδη στον αέρα, δελεαστική.
Πωλείται, με σκληρή και μαλακή θήκη, 600 ευρώ. Καινούρια είχε 1300.

Σε μία ώρα την είχα δώσει σε έναν απ’ τους δεκάδες ενδιαφερόμενους. Στον πρώτο κατά σειρά, είμαι δίκαιος. Μπήκε με τα χρήματα στο χέρι, την πήρε κι έφυγε χωρίς καν να χαιρετηθούμε. Φοβήθηκε μήπως το μετανιώσω. Το ένιωσα και τον δικαιολόγησα κι εγώ το ίδιο θα σκεφτόμουν. Δε σκοτώνεις έτσι μια SG… τι θα ‘λεγε ο Angus Young αν μ’ έβλεπε από μια γωνία... Φεύγεις απ’ το Highway to Hell club αδερφέ. Έτσι θα ‘λεγε και θα σούφρωνε τα χείλη του σα μαθητούδι.

«Παράτα μας ρε» του απάντησα στο μυαλό μου, που ήταν κενό, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Η Midtown Custom βρισκόταν ήδη στην καρδιά μου.
...«Έλα ρε, έφτασε!» Την είχα παραγγείλει απ’ το εξωτερικό, εδώ δεν υπήρχε.

Πήγα, άνοιξα το χαρτόκουτο και μετά ένα-ένα τα κλιπσάκια (κι εδώ, πάνω στο ωραιότερο σημείο, το word μου προτείνει σλιπάκια αντί για κλιπσάκια, έλεος ρε Bill Gates!) της θήκης τόσο ευλαβικά, λες και είχε βόμβα μέσα κι αν έκανα κάποια βιαστική, άγαρμπη κίνηση θ’ ανατίναζα όλη την πόλη στον αέρα.

Και να...!«Η Μαύρη Χήρα», ψιθύρισα. Με γαργαλούσαν από ώρα τα ακροδάχτυλά μου. Τη σήκωσα απ’ τη θήκη, μύρισα τα φρεσκοβερνικομένα ξύλα της, τη χάιδεψα, την ψηλάφισα ολόκληρη, όπως ένας τυφλός που προσπαθεί να νιώσει κάποιο τρισδιάστατο σχήμα.Τη φίλησα...

...δεν το μετάνιωσα ποτέ. Κλείσαμε μαζί ήδη 5 χρόνια. Κάθε φορά που ανοίγω τη θήκη την αντικρίζω σαν να ‘ναι η πρώτη φορά.
Η Gibson το μετάνιωσε. Την ίδια χρονιά κιόλας σταμάτησε την παραγωγή της συγκεκριμένης κιθάρας. Κάποιες χιλιάδες σ’ όλο τον κόσμο και μία απ’ αυτές εδώ, δίπλα μου.

«Είμαι υλιστής τελικά», είπα, απογοητευμένος απ’ τον εαυτό μου, διηγώντας την ιστορία σε μια φίλη. «Όχι δεν είσαι», με καθησύχασε. «Όχι δεν είμαι» επανέλαβα, μόνο στις κιθάρες έχω αδυναμία ...και τις γυναίκες ...ίσως σε ό,τι έχει καμπύλες.

Αυτό δεν είναι υλισμός, είναι καμπυλισμός...



                                                                          Αχιλλέας Παπαμόσχος

                                                             Ονειροπόλος // Γραφίστας // Μουσικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου