Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

«Του Λάμπη κι άλλες ιστορίες», Της Μαρίνας Μάγκλαρη


Μπορώ, αλλά δεν γουστάρω χωρίς εσένα.

Είμαι Batman.

Batman κι εγώ στα ολόμαυρα.

Και catwoman θα μπορούσα να είμαι, αλλά θέλω αρσενικό ρόλο χρωματισμένο στα μαύρα.



Ο Λάμπης παντρεύτηκε. Ποιος είναι ο Λάμπης; Δεν θυμάμαι. Δεν τον ξέρω. Δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ. Ναι, κάτι μου λέει. Μπορεί να έχω ακούσει γι’ αυτόν, μπορεί. Το μυαλό μου cut για δέκα τρεις ώρες. Και στον υπόγειο πιάνω κανάλι και οι συνάψεις βρίσκουν σύνδεση κι εγώ να χτυπιέμαι εσωτερικά, διατηρώντας το ύφος σοβαρής μεσήλικης που οδεύει για τη σοβαρή δουλειά της, ευθυτενής κι αγέρωχη και το σώμα μου να συσπάται και να θέλει να διπλωθεί στα δύο, να γίνει κουβάρι εκεί στα φρεσκοσφουγγαρισμένα μάρμαρα, πλακάκια, να θρηνήσω, όχι για τον γάμο, ποιος τον γαμάει τον γάμο; Για τη σύγκριση. Για τη διαφορά. Για τον έρωτα που έβλεπα ως απλός θεατής με εισιτήριο πέντε καραφάκια ούζο και σκηνικό έναν επικείμενο καυγά. Ο Λάμπης λάμπει. Λάμπει από έρωτα και τον σκορπίζει παντού και μου ‘ρχεται χαστούκι στη μούρη ο φωνακλάς έρωτας, η ηχορύπανση της ευτυχίας. Των άλλων. Ο Λάμπης λάμπει από έρωτα και δεν τον νοιάζει τίποτα. Καρφάκι δεν του καίγεται. Ποια προβλήματα; Ποια οικονομική κρίση; Δεν υφίσταται πρόβλημα για τον Λάμπη. Μόνο λύσεις. Κι εγώ να λυσσάω από τη ζήλια μου. Θέλω να γίνεις Λάμπης και να λάμπεις κι εσύ μέσα στις λύσεις σου. Και τότε, ποιος ξέρει, το μαύρο πρόβλημα που φοράω να γίνει λευκό, όπως το φόρεμα της Μαίρης και το μόνο μαύρο που θα μείνει, θα είναι τα μαλλιά της, τα βικτωριανά μαλλιά της μάγισσας στην πυρά.

Λάμπεις από έρωτα.

Ήμουν άσχημη χθες.

Έλαμπες σου λέω.

Όχι. Ήμουν άσχημη εχθές. Είχα τα πιο άσχημα μαλλιά που θα μπορούσα να έχω.

Είχα τις πιο πολλές ρυτίδες.

Ήμουν άσχημη εχθές.

Ήθελα να είμαι όμορφη. Για σένα.

Έλα. Μια άρνηση και στα έντεκα λεπτά, μετρημένα έντεκα, στην αντίπερα όχθη και η Πατησίων με το μέρος μου, ανοιχτή, να σε φέρει κοντά. Γρήγορα.

Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που σε είδα έτσι. Πέρασε καιρός. Είσαι ανθρώπινος. Ήρεμος. Χωρίς αλκοόλ να δηλητηριάζει το αίμα και τα λόγια σου. Γελάμε. Θυμόμαστε. Σε βάζω να πεις την ιστορία στο τούνελ, για το τούνελ. Θέλω να σε ξαναδώ να χαίρεσαι σαν παιδί. Έτσι είσαι όταν λες αυτή την ιστορία. Ευτυχισμένος. Σαν να ανακάλυψες το πιο εντυπωσιακό παιχνίδι. Κι ο δικός μου τουνελάς, ο δικός σου τουνελάς, το δικό μας παιχνίδι, μέσα στη τζαμένια βιτρίνα. Ανασυρμένος εδώ και καιρό από το κουτί των αποδείξεων που τον είχα καταχωνιάσει για μήνες, από φόβο μετάνοιας να τον ρίξω στον κάδο των ανεπιστρεπτί.

Ο τουνελάς στη βιτρίνα μου να σκάβει με την ακινησία του πληγές, σημάδια. Σημάδι στο αριστερό μου χέρι, το σημάδι από το δικό σου τσιγάρο. Μου σηκώνεις το μανίκι. Ψάχνεις. Να δεις αν είναι ακόμη εκεί. Αν είσαι ακόμη εκεί.

Εκεί είσαι. Ακόμη.

Εκεί θα ήσουν και χωρίς το σημάδι.

Δεν χρειάζομαι σημάδια για να σε θυμάμαι.

Δεν χρειάζομαι σημάδια για να σε αγαπάω.

Σε αγαπάω.

Ολόκληρο το «σε».

Ολόκληρο το «αγαπάω».

Όχι κομμένο. Όχι συνηρημένο.

Ολόκληρο.

Το σημάδι είσαι εσύ.

Μπορώ. Αλλά, δεν γουστάρω χωρίς εσένα.

Όχι το ρήμα «θέλω». Δεν υπάρχει το «θέλω».

Το ρήμα «γουστάρω». Μου κάνει αυτό το ρήμα. Είναι γεμάτο. Ξεχειλίζει από επιθυμίες. Όχι ανάγκες. Επιθυμίες. Επί του θυμού. Του θυμικού. Της θύμησης.

Θύμισέ μου να σου λέω κάθε στιγμή πόσο πολύ είσαι εδώ.

Ο τουνελάς. Με πλήρη εξάρτιση. Όλα του τα χρήσιμα προς χρήσιν. Σχοινί. Σκαλιστήρι. Κράνος.

Το κράνος. Να σώσει τα κεφάλια μας από τα γκρεμίδια.

Να ανοίγεις τούνελ και να προχωράς όλο και πιο βαθιά μέσα στη γη. Όλο και πιο βαθιά μέσα μου. Στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου. Στο κουβάλημα του φορτίου μου. Στο εσωτερικό μου. Εκεί που δεν υπάρχουν λέξεις να βάλουμε τις εικόνες. Τις βάζεις εσύ. Οθόνη προβολής. Να βλέπω τον εαυτό μου. Καθρέφτης μου. Άλλοτε ολόκληρος. Άλλοτε κομματιασμένος. Κομματιασμένες εικόνες. Κομματιασμένες αναμνήσεις. Να τις βάλω στη σειρά να φτιάξω το όλον μου. 



Μαρίνα Μάγκλαρη














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου