Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

«Τα Λα του πνιγμού», Της Μαρίνας Μάγκλαρη

        Η αγχόνη σου σφιχτά γύρω από το λαιμό μου.

Ποιος νοιάζεται για το επιθανάτιο ρόγχο;

Μουσική στ’ αυτιά τους κι εσύ όργανο καλά κουρδισμένο να παίζει νότες φάλτσες.

Πατάς ντο και ανοίγω το στόμα.

Βαθιά ανάσα.

Που πήγατε όλο τον αέρα του κόσμου;

Ποιος ρούφηξε περισσότερο από τη δόση που του αναλογεί και τώρα δεν φτάνει για μένα;

Πατάς ρε και κλείνω τα μάτια, να μη βλέπω αυτό που υπάρχει, να βλέπω αυτό που φοβάμαι.

Παίζεις μι κι ένα χέρι πρόθυμο ηδονικά πατάει το κεφάλι μου βαθιά μες στο νερό, μπλέκει τα δάχτυλά του στα μαλλιά μου και μου τα ξεριζώνει.

Ορφανές τρίχες κολυμπούν. Νέα τροφή άχρηστη για τα ψάρια.

Πατάς φα και βρίσκομαι στον πάτο.

Ακούω σολ και ψάχνω μέσα μου αέρα.

Μέχρι το σι θα έχω πνιγεί.

Το λα κουδουνίζει στο κεφάλι μου.

Δεν έπαιξες αυτή τη νότα.

Τα λα μαζεύτηκαν στην άκρη της σπηλιάς σου και σκαρφίζονται τραγουδάκια παιδικά, θανατερά.

Ανοίγω το στόμα και καταπίνω όλη τη θάλασσα.

Τη βάζω μέσα μου αφού δεν μπορώ να είμαι εγώ μέσα της.

Και ξαναγεννιέμαι από την ανάποδη.

Ποιος θέλει παιδί που κουβαλά το θάνατο;

Ποιος θέλει παιδί με νανούρισμα μοιρολόι;

Δεν φοβάμαι τα μαχαίρια σου.

Έχω δικά μου να ακονίζω κάθε μέρα. Κι είναι δουλειά πολλή αυτή. 

Τις πληγές σου θέλω να γλείψω.

Όρνιο πεινασμένο πάνω από πτώματα.

Τις πληγές σου θέλω να γλείψω κι ας μην το έκανε ποτέ κανείς αυτό για μένα.

Να δω πώς μυρίζουν.

Να μυρίσω αυτό που βλέπουν.





                                                                  Μαρίνα Μάγκλαρη












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου